“Ασ’ το κι ας αποθάνει” – Αντωνία Μποτονάκη
by LinaMargo • 27 Ιούνιος 2011 • All, Arts, News • 0 Comments
“Ασ’ το κι ας αποθάνει ή το Νεραγδαλλαγμένο”. Αυτός είναι ο τίτλος από το νέο μυθιστόρημα της Αντωνίας Μποτονάκη. Πρίν μιλήσω για το βιβλίο, θέλω να πω δυο λόγια για τη συγγραφέα. Πραγματικά της πρέπουν. Ένας πολυπράγμων άνθρωπος, που δεν ησυχάζει ποτέ, μάχεται για την προσωπική καλλιέργεια, την αισθητική και, προσωπική μου γνώμη, με ο, τι καταπιάνεται είναι καλόγουστο. Λιτό και καλαίσθητο. Η εσωτερική της αναζήτηση και κίνηση, δε θα μπορούσε παρά να εκφραστεί. Να βγει, πώς το λένε. Ε! Να το που ήρθε. “Ασ’ το κι ας αποθάνει”.
Μόνο που δεν το άφησε. Και δεν απόθανε. Εκδόθηκε. Μια ιστορία που διακατέχεται από αρκετά προσωπικά βιώματα, όπως διαβάζω. Διαβάστε όμως κι εσείς τι έγραψε για το βιβλίο ο Βασίλης Βασιλικός: «Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και τολμηρό μυθιστόρημα, που βασίζεται σε προσωπικά βιώματα και αποκαλύπτει τη σκοτεινή πλευρά, τα ανομολόγητα, τα αποσιωπημένα μιας μικρής κλειστής κοινωνίας. Άλλοτε με τρυφερότητα κι άλλοτε με σκληρότητα, η πένα της Αντωνίας Μποτονάκη καταφέρνει να αποτυπώσει τις φυσικές και ανθρώπινες συνθήκες που καθόρισαν τις ζωές των ανθρώπων σ’ ένα μικρό χωριό της Κρήτης».
Ένα μυθιστόρημα πολλά υποσχόμενο, που μυρίζομαι πως δεν θα θέλουμε να το αφήσουμε από τα χέρια μας και θα φύγει απνευστί. Για να δούμε… Είμαι θετικά προκατειλλημένη, η αλήθεια είναι. Σας παραχωρώ εδω και μερικούς συνδέσμους, που θα μπορέσετε να διαβάσετε π.χ το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, από τις εκδόσεις Ιβίσκος. Και να δείτε και βίντεο, στο Youtube, από τη μέρα της παρουσίασής του, στην ταράτσα του Μικρού Πολυτεχνείου (εκδήλωση που συνοδεύτηκε με λαγούτα και κρητικά σκαλτσούνια, για να… μας βάλουν στο κλίμα).
Η τιμή του βιβλίου είναι στα 16Ε και θα το βρίτε σε όλα τα βιβλιοπωλεία ή αν προτιμάτε on line.
Καλοτάξιδο!!!
Ε! Και πώς θα έκλεινα καλύτερα από το οπισθόφυλλο:
| Ετάισές το, μωρή, το κακορίζικο;” ρώτησε η γιαγιά μου, η κουτσή. “Όσκες”. “Θα ν’ αποθάνει!” “Άσ’ το… κι ας αποθάνει”, είπε χαμηλόφωνα η Μα. Κι είχε η φωνή της ένα σπάσιμο στο “Ασ’ το”, εκεί στο δισταγμό, μετά τις πρώτες λέξεις, σαν να πιάστηκε στις αγριοτριανταφυλλιές του κήπου και τράβαγε με δύναμη και πόνο να ξεμπλέξει, να φύγει, να ελευθερωθεί, μην την προλάβει η τρυφερότητα και μετανιώσει. Η γιαγιά την κοίταξε παραξενεμένη. “Δε φοβάσαι το Θεό, μωρή;” κι άρπαξε το μπρίκι, έβαλε μια κουταλιά γλυκάνισο κι ένα κουταλάκι ζάχαρη, και σαν ετοιμάστηκε με τάισε σιγά σιγά με το κουταλάκι. Δεν άφησα ούτε σταγόνα κι αποκοιμήθηκα. Την τρίτη μέρα λύγισε η Μα. “Σα να μου φαίνεται όμορφο”, είπε δισταχτικά στη μάνα της και μ’ έβαλε στο πρησμένο από το γάλα στήθος της για πρώτη φορά. Σ’ έναν οικισμό με πέντε σπίτια όλα κι όλα, στα ορεινά Χανιά, γεννιέται η μικρή Αντιγόνη. Σ’ έναν κόσμο υφασμένο με μυστικά, ξωτικά και νεράιδες, ανεξιχνίαστα μυστήρια, πρόωρους θανάτους, φτώχεια, ταπείνωση, αλλά και περηφάνια. Η “σκοτεινή” Κρήτη μάχεται να βγει στο φως, όπως κι η ίδια η ηρωίδα. Να γίνουν από “ψυχάρια” πεταλούδες. Μια μάχη ανάμεσα στην ορμή του θανάτου και στην ορμή της ζωής. Φλέγεται η ηρωίδα, “σαν τα κατσοπρινόφυλλα που πύρινα στροβιλίζονται, για λίγο μόνο, πάνω από τα νυχτωμένα Σκοτιδιανά”, και καθρεφτίζονται στα έκπληκτα μάτια μας. Θα καταφέρει τελικά η μικρή Αντιγόνη, το “άσ’ το κι ας αποθάνει”, να ξεγράψει ό,τι γράφτηκε; “Η ανάλυσή σας έχει τελειώσει”, λέει ο Άγγελος αποχαιρετώντας την. “Τώρα πια η ιστορία δεν ανήκει σ’ εσάς. Αφήστε την να ταξιδέψει”. |

